Ίδη το ιερό βουνό του Ψηλορείτη

Μυθικό και ιερό βουνό στην αρχαιότητα ο Ψηλορείτης ή Ίδη είναι το ψηλότερο βουνό της Κρήτης (2.456 μ.) και ένα από τα ψηλότερα βουνά της Ελλάδας.

Η ονομασία Ψηλορείτης είναι νεώτερη και αναφέρεται στο έγγραφο διανομής της Κρήτης στα δώδεκα αρχοντόπουλα το 1184 ως «το όρος το υψηλόν». Η αρχαία ονομασία «Ίδη» ή στη δωρική διάλεκτο «Ίδα» προέρχεται από την εξαίσια θέα που παρουσιάζεται από την κορυφή, από όπου φαίνονται μεγάλες εκτάσεις (σχεδόν ολόκληρη η Κρήτη) και μάλιστα οι αρχαίοι έλεγαν ότι το βουνό αυτό έχει το προνόμιο να βλέπει τον ήλιο πριν ανατείλει. Η πιο ακριβής ετυμολογία της λέξης «Ίδη» ή «Ίδα» σημαίνει δασωμένο βουνό, δρυμός ή άλσος, πράγμα το οποίο υποδηλώνει ότι κατά του αρχαίους χρόνους η δασοκάλυψη και γενικά η βλάστηση ήταν πολύ πιο πλούσια από αυτήν που βλέπουμε σήμερα.

Εκτός από τον πλούτο της σε δάση η Ίδη «η πολυπίδαξ» κατά τον Όμηρο ήταν πλούσια σε νερά. Στον Ερωτόκριτο γίνεται αναφορά εκτός από τη βλάστηση και σε βρύσες και πηγάδια ενώ στη Θεία Κωμωδία του Dante τα νερά του μικρού ποταμού της κόλασης έρχονται από την Ίδη.

Ο Ηρόδοτος αναφέρει «χώρη υψηλέ τε και ίδησι συνηρεφής» δηλαδή ότι υπήρχε εκεί πυκνή δεντρώδης βλάστηση, ενώ ο Φαραώ Τούθμωσις (1501-1447 π.Χ.) προμηθευόταν από τα δάση της Κρήτης ξυλεία για ναυπήγηση πλοίων, πράγμα που επιβεβαιώνει την κατάσταση της βλάστησης που αναφέρει ο Ηρόδοτος. Κατάλοιπα της βλάστησης είναι σήμερα τα πρινοδάση του Ρούβα, της Τρυγιόδω, του Φαραγγιού Βοριζίων κλπ ενώ στις χαμηλότερες πλαγιές είναι άφθονα τα σφεντάμια, οι δρυς, τα κυπαρίσισσια, οι κουμαριές, οι σχίνοι κλπ. Ο Πλάτων στους Νόμους του παρουσιάζει την Κρήτη «πλήρης μνημειώδους ωραιότητας δασών», ενώ ο Ησίοδος στη θεογονία του αναφέρεται για τη δασωμένη Ίδη.

Τα πρώτα σημαντικά στοιχεία για τη δασική βλάστηση της Κρήτης ανάγονται στη Μινωική εποχή και βασίζονται κυρίως στα πολλά αρχαιολογικά ευρήματα που ήρθαν στο φως (ανάκτορα Κνωσού, Φαιστού, τοιχογραφίες, νομίσματα, αρχαία συγγράμματα). Από τα στοιχεία αυτά, τα σημερινά λείψανα των Δασών και από τις έρευνες που έχουν γίνει, φαίνεται ότι στην αρχαιότητα η Κρήτη καλυπτόταν από πλούσια δασική βλάστηση με ψηλά δάση από πεύκο, κυπαρίσσι, δρυ, πρίνο, σφενδάμι κ.α.. Ιστορικά συγγράμματα αναφέρονται στη μεγάλη δασοβρύθεια του νησιού από την οποία προμηθευόταν οι τότε πολιτισμένοι λαοί (Έλληνες, Φοίνικες, Αιγύπτιοι) τεράστιες ποσότητες ξυλείας που χρησιμοποιούσαν στην ναυπηγική και οικοδομική.

Τα περισσότερα από τα δάση της Κρήτης καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια της νεολιθικής περιόδου για τη διαμόρφωση εκτάσεων για καλλιέργεια και για βόσκηση ζώων. Η αποδάσωση συνεχίστηκε στους ιστορικούς χρόνους και επιταχύνθηκε κατά τη διάρκεια της Ρωμαϊκής, Αραβικής και Βυζαντινής περιόδου ενώ η πιο καταστρεπτική περίοδο υπήρξε αυτής της Ενετικής και Οθωμανικής κατάληψης της Κρήτης κατά το 13ο μέχρι το 19ο αιώνα.