Μονόχωρες και διώροφες κατοικίες

Τυπολογικά η απλούστερη μορφή κατοικίας που συναντάμε είναι το μονόχωρο ισόγειο, το οποίο σε ένα ενιαίο χώρο στέγαζε όλες τις καθημερινές λειτουργίες. Στο μονόχωρο η «παραστιά» η αρχαία «εστία» ήταν ταυτόχρονα και η κουζίνα του σπιτιού. Συνήθως ένα υπερυψωμένο ξύλινο τμήμα σε μορφή παταριού χρησίμευε για ύπνο κάτω από το οποίο ο χώρος προοριζόταν για αποθήκη. Περιμετρικά κτιστές πεζούλες χρησίμευαν για καθιστικό πολλές φορές και για ύπνο, λόγο έλλειψης επίπλων, μικρές εσοχές στους τοίχους χρησίμευαν σαν ντουλάπια. Εξωτερικά συνήθως οι τοίχοι ήταν ανεπίχριστοι. Τα δάπεδα εσωτερικά ήταν από συμπιεσμένο χώμα και οι επίπεδες οροφές στηριζόταν σε ξύλινες δοκούς κυρίως από κυπαρίσσια πάνω στους οποίους χρησιμοποιούσαν μικρότερα κλαδιά σε πυκνή διάταξη για να συγκρατούν την τελική επικάλυψη από αδιαπέραστο αργιλόχωμα. Η εξέλιξη του μονόχωρου γίνεται με την προσθήκη ορόφου στον οποίο οδηγεί εξωτερική σκάλα. Στην περίπτωση αυτή ο χώρος του ισογείου χρησιμεύει σαν αποθηκευτικός, καθώς επίσης για την σταύλιση των ζώων και ο όροφος καλύπτει τις ανάγκες της καθημερινής ζωής της οικογένειας. Σιγά σιγά με την προσθήκη κατ’ επέκταση επιπλέον χώρων δημιουργείται ένας πιο σύνθετος τύπος σπιτιού που είναι και ο πιο διαδεδομένος σε ολόκληρη την Κρήτη. Είναι ο τύπος διώροφου σε τυπολογία Γ που πολλές φορές διαθέτει και συμπληρωματικούς βοηθητικούς χώρους γύρω από την αυλή του. Πολλές φορές θα συναντήσουμε επιμελημένα ανοίγματα από πωρόλιθο που σε ορισμένες περιπτώσεις περιλαμβάνουν υπέρθυρα με γλυπτά και ανάγλυφες παραστάσεις. Κάπως έτσι ήταν και η αρχιτεκτονική των Ανωγείων μέχρι και το ολοκαύτωμα του χωριού, όπως μπορούμε να υποθέσουμε βασιζόμενοι και σε σχετικές προπολεμικές φωτογραφίες.

«…..Η τεχνοτροπική ανάλυση των παραστάσεων εντάσσει τη ζωγραφική του μνημείου στο ρεύμα της Παλαιολόγειας τέχνης. Οι σκηνές είναι πολυπρόσωπες και προβάλλονται μπροστά από ένα πλούσιο αρχιτεκτονικό και φυσικό περιβάλλον. Εντυπωσιάζει τόσο η σωστή αίσθηση του χώρου και η απόδοση της προοπτικής, όσο και η διακοσμητικότητα και η χρωματική ποικιλία των συνθέσεων. Στην απόδοση των προσώπων κυριαρχεί ένας χαρακτηριστικός φυσιογνωμικός τύπος, με μεγάλα στρογγυλά μάτια και γωνιώδη φρύδια, τα οποία δίνουν ένταση στην έκφραση. Οι πλούσιες πτυχές των ενδυμάτων αγκαλιάζουν το σώμα αναδεικνύοντας τον όγκο του, ο οποίος αποδίδεται ζωγραφικά. Έντονη είναι και η απόδοση των συναισθημάτων παρά τη συγκρατημένη κίνηση, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη μορφή της Θεοτόκου και του ομίλου των γυναικών στην παράσταση του Επιτάφιου Θρήνου.        Οι μελετητές του μνημείου χρονολογούν τον τοιχογραφικό διάκοσμο στο α’ μισό του 14ου αιώνα. Παρά το ενιαίο ύφος, διακρίνονται τα χέρια τουλάχιστον δύο ζωγράφων, που πρέπει να αποτελούσαν μέλη ενός ντόπιου συνεργείου. Είναι ωστόσο ενήμεροι των τεχνοτροπικών τάσεων των μεγάλων μητροπολιτικών κέντρων, επαναλαμβάνοντας μάλιστα παλαιότερα πρότυπα, του τέλους του 13ου αιώνα.   Κατά καιρούς έχουν διενεργηθεί από την Αρχαιολογική Υπηρεσία ή που την άμεση επίβλεψή της διάφορες εργασίες αναστήλωσης του κτηρίου του ναού, συντήρησης του τοιχογραφικού του διακόσμου, καθώς και της διαμόρφωσης του περιβάλλοντος χώρου του.»

Νικολέττα Πύρρου – Υπουργείο Πολιτισμού, 28η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων»